Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

ΑΡΙΘΑ ΦΡΑΝΚΛΙΝ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


Η Αρίθα Φράνκλιν (Aretha Louise Franklin 25 Μαρτίου, 1942) είναι μία Αμερικανή τραγουδίστρια, συνθέτης, και πιανίστρια. Στους θαυμαστές της είναι γνωστή ως "Βασίλισσα της Σόουλ". Είναι φημισμένη για τις σόουλ ηχογραφήσεις της, αλλά έχει τραγουδίσει επίσης τζαζ, ροκ, blues, ποπ, γκόσπελ, μέχρι και όπερα.

Είναι ευρύτατα αναγνωρισμένη για το γεμάτο πάθος ερμηνευτικό της στυλ, και τις φωνητικές της δυνατότητες.

Η Φράνκλιν, είναι η δεύτερη πιο πολυβραβευμένη γυναίκα στην ιστορία των βραβείων Γκράμι. Έχει κερδίσει 20 βραβεία, στα οποία συμπεριλαμβάνονται το βραβείο του Ζωντανού Θρύλου και αυτό της Συνολικής Προσφοράς. Μεταξύ του 1968 και του 1975 κέρδισε έξι συνεχόμενα βραβεία, ενώ για το διάστημα αυτό, η κατηγορία "Καλύτερη Γυναικεία R&B Φωνητική Ερμηνεία" πήρε το παρατσούκλι "Το βραβείο της Αρίθα".

Η Φράνκλιν είχε ένα σύνολο είκοσι νούμερο 1 σινκλς στο Billboard R&B Singles Chart. Δύο από αυτά, το "Respect" τη δεκαετία του 1960 και το ντουέτο της με τον Τζορτζ Μάικλ τη δεκαετία του 1980, "I Knew You Were Waiting (For Me)" ανέβηκαν μέχρι την πρώτη θέση του Billboard Hot 100.

Βιογραφία Τα πρώτα χρόνια

Η Φράνκλιν γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1942 στο Μέμφις του Τενεσσί. Γονείς της ήταν ο Βαπτιστής ιερέας C. L. Franklin και η Barbara Siggers Franklin. Τα προβλήματα στην σχέση τους, τους ανάγκασαν να χωρίσουν όταν η Αρίθα ήταν έξι ετών, ενώ η μητέρα της πέθανε όταν ήταν δέκα. Μετά από μετακινήσεις, εγκαταστάθηκαν στο Ντιτρόιτ του Μίσιγκαν όπου ο αιδεσιμότατος Φράνκλιν απέκτησε φήμη ως κήρυκας. Η Αρίθα, τραγουδούσε από μικρή στην ενορία της και γρήγορα χαρακτηρίστηκε ως παιδί - θαύμα για την χαρισματική φωνή της, και τις ικανότητές της στο πιάνο. Στην ηλικία των δεκατεσσάρων υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο με την Checker Records, και το 1956 κυκλοφόρησε το Songs of Faith. Ισχυρότερες επιρροές της, οι μεγαλύτερες φωνές των γκόσπελ, Μαχάλια Τζάκσον και Κλάρα Γουόρντ, που περνούσαν αρκετές ώρες στο σπίτι της.

Δύο ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες σε ηλικία 14 και 16 ετών, όταν η Αρίθα γέννησε τους δύο από τους τέσσερις γιους της, καθυστέρησαν προσωρινά την εξέλιξη της καρριέρας της.[4] Με την επιστροφή της στο τραγούδι, επέλεξε να συνεχίσει σε πιο ασφαλή ποπ μονοπάτια. Το 1960 υπογράφει συμβόλαιο με την Columbia Records, απορρίπτοντας τη Motown και την RCA. Οι ηχογραφήσεις της από αυτή την περίοδο είναι περισσότερο επηρεασμένες από την τζαζ και όχι από τις γκόσπελ ρίζες της. Τραγούδια που γίνονται επιτυχίες ήταν το "Rock-A-Bye Your Baby (With A Dixie Melody)", "Today I Sing The Blues", "Won't Be Long" και "Operation Heartbreak". Στο τέλος του 1966 όμως, και αφού στα έξι χρόνια που έμεινε με την Columbia είχε μικρή εμπορική επιτυχία, υπέγραψε με την Atlantic Records. Όπως είπε και η ίδια αργότερα, "με έβαλαν να κάτσω στο πιάνο, και οι επιτυχίες ήρθαν".

Βραβεία και επιτεύγματα

Η Αρίθα Φράνκλιν συγκινημένη κατά την απονομή του Προεδρικού Μεταλλίου της Ελεθθερίας στις 9 Νοεμβρίου 2005 στον λευκό οίκο.

Το 1985, ο τότε κυβερνήτης του Μίτσιγκαν, James Blanchard ανακήρυξε την φωνή της Αρίθα Φράνκλιν «εθνικό αγαθό»

Στις 3 Ιανουαρίου του 1987 έγινε η πρώτη γυναίκα που συμπεριλήφθηκε στο Rock and Roll Hall of Fame.

Τον Σεπτέμβριο του 1999 της αποδόθηκε το βραβείο Εθνικό Μετάλλιο των Τεχνών από τον πρόεδρο Κλίντον.

Το 2004 το περιοδικό Rolling Stone την έβαλε σε 9η θέση στον κατάλογο των 100 Greatest Artists of All Time.[5] Να σημειώσουμε δε, ότι στις πιο πάνω θέσεις προηγούνται οι Μπητλς, ο Μπομπ Ντίλαν, ο Έλβις Πρίσλεϊ, οι Ρόλιγκ Στόουνς, ο Τζακ Μπέρι, ο Τζίμι Χέντριξ, ο Τζέημς Μπράουν και ο Λιτλ Ρίτσαρντ, ενώ ακολούθησε ο Ρέι Τσάρλς στην 10η θέση.

Το 2005 της απονομήθηκε το βραβείο Presidential Medal of Freedom από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζωρτζ Μπους



ΠΗΓΗ:

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CE%AF%CE%B8%CE%B1_%CE%A6%CF%81%CE%AC%CE%BD%CE%BA%CE%BB%CE%B9%CE%BD
E%BD

ΛΟΥΙΣ ΑΡΜΣΤΡΟΝΓΚ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ



Ο Λούις Ντάνιελ Άρμστρονγκ (4 Αυγούστου 1901[1] – 6 Ιουλίου 1971) (γνωστός και με τα προσωνύμια Satchmo ή Pops) ήταν Αμερικανός μουσικός της τζαζ. Υπήρξε μία χαρισματική προσωπικότητα και καινοτόμος ερμηνευτής, με πλούσια μουσικά προσόντα και σημαντική συνεισφορά στο είδος. Αποτελεί σήμερα έναν από τους δημοφιλέστερους τζαζ μουσικούς του 20ού αιώνα. Διακρίθηκε αρχικά ως τρομπετίστας και αργότερα ως τραγουδιστής.

Νεανικά χρόνια

Ο Άρμστρονγκ γεννήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1901, στη Νέα Ορλεάνη. Υπήρξε γιος φτωχής οικογένειας, την οποία ο πατέρας του, Γουίλλιαμ Άρμστρονγκ, εγκατέλειψε όταν ο Λούις Άρμστρονγκ ήταν ακόμα σε βρεφική ηλικία. Η ενασχόλησή του με τη μουσική ξεκίνησε όταν άρχισε να μαθαίνει κορνέτο[2] συμμετέχοντας στην ορχήστρα του αναμορφωτηρίου New Orleans Home for Colored Waifs, όπου κατέληξε αρκετές φορές εξαιτίας εγκληματικής συμπεριφοράς, με πιο χαρακτηριστικό περιστατικό, αυτό που συνέβη κατά τη διάρκεια ενός πρωτοχρονιάτικου εορτασμού, όταν ο Άρμστρονγκ πυροβόλησε στον αέρα με το όπλο του πατέρα του. Ακολουθούσε συχνά της παρελάσεις της τοπικής ορχήστρας των πνευστών ενώ παράλληλα προσπαθούσε να παρακολουθήσει παλαιότερους μουσικούς, όπως τον Μπανκ Τζόνσον και κυρίως τον Κινγκ Όλιβερ, ο οποίος αποτελούσε ένα είδος πατρικής φιγούρας για τον Λούις Άρμστρονγκ.

Αργότερα, συμμετείχε και ο ίδιος σε ορχήστρες ενώ ξεκίνησε να περιοδεύει ως μουσικός με την ορχήστρα του πιανίστα Fate Marable, η οποία έπαιζε πάνω σε ένα ατμόπλοιο που διέσχιζε τον Μισισιπί. Ο Άρμστρονγκ παρομοίασε την περίοδο αυτή με τη φοίτηση σε ένα πανεπιστήμιο, καθώς αποκόμισε σημαντικές εμπειρίες και γνώσεις. Το 1919, όταν ο Κινγκ Όλιβερ εγκατέλειψε την πόλη της Νέας Ορλεάνης, ο Άρμστρονγκ τον αντικατέστησε στην ορχήστρα του Έντουαρντ "Κιντ" Όρι, που αποτελούσε εκείνη την εποχή μία από τις πιο δημοφιλείς τζαζ ορχήστρες.


Πρώτα καλλιτεχνικά βήματα

Το 1922 εγκαταστάθηκε στο Σικάγο, έπειτα από πρόσκληση του Κινγκ Όλιβερ να συμμετάσχει στην ορχήστρα του (Creole Jazz Band). Από τις αρχές της δεκαετίας του 1920, το Σικάγο αποτελούσε το κυρίαρχο κέντρο της τζαζ και η ορχήστρα του Όλιβερ ήταν μία από τις σημαντικότερες. Ο Άρμστρονγκ συμμετείχε για πρώτη φορά σε ηχογραφήσεις, ως δεύτερος κορνετίστας, το 1923. Αν και η συνεργασία του με τον Όλιβερ ήταν αρμονική, μετά από παρότρυνση της πιανίστριας και σύζυγου του, Λιλ Χάρντιν Άρμστρονγκ, εγκαταστάθηκε το 1924 στη Νέα Υόρκη και συμμετείχε στην ορχήστρα του Φλέτσερ Χέντερσον, για τις ανάγκες της οποίας άρχισε να παίζει τρομπέτα. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στο Σικάγο όπου ξεκίνησε να ηχογραφεί ως ηγέτης των συγκροτημάτων Hot Five και Hot Seven, σημειώνοντας επιτυχίες, όπως τα κομμάτια Potato Head Blues, Muggles (όρος αργκό για την μαριχουάνα, της οποίας ήταν χρήστης ο Άρμστρονγκ) και West End Blues (σύνθεση του Κινγκ Όλιβερ). Η εισαγωγή του Άρμστρονγκ στο West End Blues, παραμένει ως σήμερα ένας από τα διασημότερους αυτοσχεδιασμούς στην ιστορία της τζαζ.

Το 1929 επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και τον επόμενο χρόνο εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες πριν ξεκινήσει να περιοδεύει στην Ευρώπη. Έχοντας αναλώσει αρκετά χρόνια περιοδεύοντας, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, το 1943 συνεχίζοντας να εξελίσσει το παίξιμό του. Για τα επόμενα τριάντα χρόνια, ο Άρμστρονγκ έδινε περισσότερες από 300 συναυλίες το χρόνο, αν και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, οι μεγάλες ορχήστρες σταδιακά εγκαταλείφθηκαν, λόγω του οικονομικού κόστους συντήρησής τους και του μειωμένου ενδιαφέροντος του κοινού για αυτές.


The All Stars

Το 1947, κατόπιν μίας πολύ επιτυχημένης συναυλίας του Άρμστρονγκ με τον Jack Teagarden και ένα μικρό μουσικό σχήμα στη Νέα Υόρκη, αποφάσισε να εγκαταλείψει την δομή της μεγάλης ορχήστρας, καθιερώνοντας ένα μικρότερο εξαμελές μουσικό συγκρότημα, το οποίο ονομαζόταν Louis Armstrong and his All Stars. Σε αυτό μετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Teagarden, ο Ερλ Χάινς, καθώς και άλλοι σημαντικοί μουσικοί του σουίνγκ ή του ντίξιλαντ. Με τους All Stars, ο Άρμστρονγκ πραγματοποίησε αρκετές ηχογραφήσεις, ενώ εμφανίστηκε και σε περισσότερες από τριάντα ταινίες. Το 1964, ηχογράφησε τον πιο επιτυχημένο εμπορικά δίσκο του, περιλαμβάνοντας την ηχογράφησή του για τη σύνθεση Hello, Dolly! του Τζέρι Χέρμαν. Το τραγούδι αναρριχήθηκε στην πρώτη θέση των μουσικών καταλόγων και ο Άρμστρονγκ αποτέλεσε τον γηραιότερο μουσικό που πέτυχε μία τέτοια διάκριση, σε ηλικία 63 ετών.

Υπήρξε ενεργός και συνέχισε να δίνει συναυλίες μέχρι το θάνατό του. Στις τελευταίες του εμφανίσεις, αν και σε προχωρημένη ηλικία, ερμήνευε συχνά κομμάτια από μνήμης. Περιόδευσε επίσης στην Αφρική, την Ευρώπη και την Ασία, κάτω από τη χορηγία του State Department των ΗΠΑ. Οι περιοδείες αυτές είχαν ιδιαίτερη απήχηση, γεγονός που οδήγησε στον χαρακτηρισμό του Άρμστρονγκ ως "πρέσβη Satch". Πέθανε το 1971 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 69 ετών και ενώ το προηγούμενο βράδυ είχε εμφανιστεί στο ξενοδοχείο Waldorf Astoria.


Προσωνύμια

Το προσωνύμιο Satchmo ή Satch (συντομεύσεις του όρου Satchelmouth) περιγράφουν την έκφραση του προσώπου του κατά τη διάρκεια του παιξίματος της τρομπέτας. Το 1932, ο τότε εκδότης της βρετανικής μουσικής εφημερίδας Melody Maker, Percy Brooks, υποδέχθηκε τον Άμστρονγκ στο Λονδίνο με τον χαιρετισμό "Hello, Satchmo!", συντομεύοντας δηλαδή τον όρο Satchelmouth, και έκτοτε καθιερώθηκε. Στις αρχές της σταδιοδρομίας του ήταν επίσης γνωστός με το προσωνύμιο Dippermouth. Ο Άρμστρονγκ τοποθετούσε την τρομπέτα στα χείλη του με τέτοιο τρόπο, ώστε μετά από αρκετή ώρα σχηματιζόταν ένα μικρό βαθούλωμα (αγγλ. dip) στο πάνω χείλος του, εμφανές και σε αρκετές φωτογραφίες εκείνης της περιόδου. Το γεγονός αυτό οδήγησε κάποια στιγμή και στην αφοσοίωσή του στο τραγούδι, καθώς για ένα διάστημα δεν ήταν δυνατό να παίζει τρομπέτα, αν και αργότερα τροποποίησε τον τρόπο παιξίματός του ώστε να συνεχίσει. Οι μουσικοί με τους οποίους συνεργαζόταν και οι φίλοι του, τον αποκαλούσαν συνήθως Pops, όπως και ο ίδιος αποκαλούσε εκείνους αντίστοιχα.


Μουσική

Στα πρώτα στάδια της εξέλιξής του, ο Άρμστρονγκ διακρίθηκε ως βιρτουόζος του κορνέτου και της τρομπέτας. Οι πιο σημαντικές από τις πρώτες του ηχογραφήσεις αναδείχθηκαν μέσα από τα μουσικά σχήματα των Hot Five και Hot Seven και οι αυτοσχεδιασμοί του Άρμστρονγκ σε αυτές, αποτελούν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για την μελωδικότητά, τις καινοτομίες και τον εκλεπτυσμό τους. Είχε επίσης σημαντική συνεισφορά στην ανάδειξη του ρόλου τού σολίστα, συμβάλλοντας στην μετατροπή του είδους της τζαζ, από μία συλλογική κατά βάση μουσική, σε μία μορφή τέχνης με μεγάλα περιθώρια αυτόνομης έκφρασης του μουσικού.

Στην πορεία των χρόνων, ο Άρμστρονγκ ενδιαφέρθηκε έντονα και για το τραγούδι. Αν και δεν ήταν ο πρώτος που το χρησιμοποίησε, ανέδειξε σε μεγάλο βαθμό και κατέστησε δημοφιλές, το αποκαλούμενο σκατ τραγούδι (scat singing), δηλαδή τραγούδι χωρίς λόγια, με άναρθρους φθόγγους, το οποίο και ενσωμάτωσε στο ρεπερτόριό του.

Κατά τη διάρκεια της μουσικής του σταδιοδρομίας, συνεργάστηκε είτε ως τραγουδιστής είτε ως τρομπετίστας, με μερικούς από τους σημαντικότερους μουσικούς της τζαζ, μεταξύ αυτών ο Ντιούκ Έλινγκτον, η Έλλα Φιτζέραλντ, ο Μπινγκ Κρόσμπι, ο Φλέτσερ Χέντερσον και η Μπέσι Σμιθ. Με την Έλλα Φιτζέραλντ ηχογράφησε συνολικά τρεις δίσκους: Ella and Louis, Ella and Louis Again και Porgy and Bess. Οι τελευταίες σημαντικές του ηχογραφήσεις καταγράφονται στη δεκαετία του 1950 ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ύστερης δισκογραφίας του χαρακτηρίζεται συνήθως από τους κριτικούς ως υπεραπλουστευτικό ή τυποποιημένο, αν και δεν του στέρησε την εμπορική απήχηση. Μία από τις τελευταίες εμπορικές επιτυχίες του Άρμστρονγκ υπήρξε η ερμηνεία του στο τραγούδι What a Wonderful World (1968), το οποίο παρέμεινε στην κορυφή των βρετανικών μουσικών καταλόγων για ένα μήνα, ενώ το 1987 χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Good Morning, Vietnam και γνώρισε ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία.

Ο Λούις Άρμστρονγκ επηρεάστηκε από ένα ευρύ φάσμα μουσικών ειδών, πέρα από την τζαζ και το μπλουζ, τη λαϊκή λατινοαμερικανική παράδοση, τις κλασικές συμφωνίες και την όπερα και ενσωμάτωσε στοιχεία αυτών στις εμφανίσεις του.


Μουσικά δείγματα

Ain't Misbehavin - Τραγούδι από την παράσταση Hot Chocolate που ερηνεύει ο Άρμστρονγκ (136 Kb, 20 δευτερόλεπτα)
April In Paris - Έλλα Φιτζέραλντ και Λούις Άρμστρονγκ

Σημειώσεις

Ο Άρμστρονγκ είχε δηλώσει πως δεν ήταν βέβαιος για την ακριβή ημερομηνία γεννήσεως του, ωστόσο γιόρταζε τα γενέθλιά του στις 4 Ιουλίου. Σε δημόσιες συζητήσεις, ανέφερε συνήθως το έτος 1900, ως έτος γεννήσεως, αν και το έτος 1901 είναι αυτό που αναγράφεται σε δημόσια έγγραφα. Ο ιστορικός της μουσικής Tad Jones, στηριζόμενος σε έγγραφα της Καθολικής Εκκλησίας, της περιόδου κατά την οποία βαπτίστηκε ο Άρμστρονγκ, προσδιόρισε την ημερομηνία γέννησης του Άρμστρονγκ ως την 4η Αυγούστου του 1901, η οποία ανανωρίζεται σήμερα ως η πραγματική.

Το πρώτο κορνέτο που απέκτησε αγοράστηκε με χρήματα που δανείστηκε από την οικογένεια των Karnofsky, Ρωσοεβραϊκής καταγωγής μετανάστες.


ΠΗΓΗ:


http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%BF%CF%8D%CE%B9%CF%82_%CE%86%CF%81%CE%BC%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B3%CE%BA

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

ΛΟΥΤΣΙΑΝΟ ΠΑΒΑΡΟΤΙ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ




Ο Λουτσιάνο Παβαρότι (Luciano Pavarotti) ήταν Ιταλός τενόρος, ονομαστός για την δεξιοτεχνία του στους υψηλότερους φθόγγους της έκτασης του τενόρου, για την οποία είχε κερδίσει το προσωνύμιο «βασιλιάς των υψηλών ντο». Θεωρούνταν ένας από τους εκλεκτότερους τραγουδιστές του μπελ κάντο των τελευταίων χρόνων. Ακόμη και στην υψηλότερη έκταση, η φωνή του παρουσίαζε αξιοσημείωτη καθαρότητα και τονική ακρίβεια.

Γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1935 στη Μοντένα της Ιταλίας. Ο πατέρας του ήταν αρτοποιός. Ξεκίνησε την καριέρα του ως δάσκαλος φωνητικής και γύρω στα τέλη της δεκαετίας του '50 αποφάσισε να γίνει τραγουδιστής. Η σταδιοδρομία του άρχισε το 1961, όταν κέρδισε το διαγωνισμό Ρέτζο Εμίλια και τραγούδησε στην όπερα Πουτσίνι. Από τότε κατέκτησε το ιταλικό ακροατήριο. Το 1963 για πρώτη φορά εμφανίστηκε έξω από την Ιταλία, στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας.

Από εκεί άνοιξαν οι δρόμοι για την υπόλοιπη Ευρώπη. Το 1965 είχε πλέον εμφανιστεί σε όλη την Ευρώπη, σημειώνοντας παντού τεράστια επιτυχία, προκαλώντας πρωτοφανή ενθουσιασμό. Τραγούδησε στις μεγαλύτερες όπερες. Συνέχισε πηγαίνοντας στην Αμερική, την Αυστραλία και την Άπω Ανατολή.

Το 2004 εμφανίστηκε για τελευταία φορά σε σκηνή της όπερας, αν και συνέχισε να τραγουδάει σε συναυλίες. Η τελευταία εμφάνισή του ήταν το Φεβρουάριο του 2006 στην τελετή έναρξης των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Τορίνο. Είχε τιμηθεί μεταξύ άλλων με πέντε βραβεία Γκράμυ.

Τα τελευταία χρόνια έπασχε από καρκίνο στο πάγκρεας. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση τον Ιούλιο του 2006 και στη συνέχεια αποσύρθηκε στη γενέτειρά του Μοντένα. Απεβίωσε στις 6 Σεπτεμβρίου 2007.


ΠΗΓΗ:


http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%BF%CF%85%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BF_%CE

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ




Γνωστός και απλά σαν Vangelis. Είναι μουσικός διεθνούς φήμης. Γεννήθηκε στο Βόλο στις 29 Μαρτίου 1943 και άρχισε να συνθέτει από πολύ νέος (4 ετών). Κατά βάση είναι αυτοδίδακτος, καθώς αρνήθηκε να πάρει μαθήματα κλασσικού πιάνου. Σπούδασε κλασική μουσική, ζωγραφική και σκηνοθεσία στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στην Αθήνα.

Στις αρχές του 60' σχημάτισε το συγκρότημα Forminx που ήταν αρκετά δημοφιλές στην Ελλάδα. Το 1968 μετακόμισε στο Παρίσι εκεί σχημάτισε τους Aphrodite's Child μαζί με τον Ντέμη Ρούσο.

Το 1982 τιμήθηκε με Όσκαρ για το ομώνυμο τραγούδι της ταινίας Οι Δρόμοι της Φωτιάς. Το 2001 το έργο του Μυθωδία επελέγη από τη NASA ως η επίσημη μουσική για την αποστολή της:'2001 Οδύσσεια στον Άρη'. Σημάδεψε την ελληνική ποπ κουλτούρα της δεκαετίας του 1960 με το συγκρότημα Forminx. Από το 1975 ζει στο Λονδίνο . Η μουσική του είναι βασισμένη στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές .

Συνεργάστηκε με την Ειρήνη Παππά στους δίσκους Ωδές (1979) και Ραψωδίες (1986), που περιέχουν διασκευές δημοτικών τραγουδιών και βυζαντινούς ύμνους, με τον Γιον Άντερσον του συγκροτήματος Υes στους δίσκους Shοrt Stοries (1979) και Τhe Friends οf Μr Cairο (1981), καθώς και με την ιταλίδα τραγουδίστρια Μίλβα στο L.Ρ. Τra du sοgni.

Συνέθεσε τη μουσική και για άλλες ταινίες , όπως ΒladeRunner (1981), Αntarctica (1983), 1492, Τhe Cοnquest οf Ρaradise (1992), Αλεξανδρος,Ελ Γκρέκο (2007). Επίσης, συνέθεσε το ηχητικό σήμα των ειδήσεων της ΕΡΤ, το οποίο συνεχίζει να ακούγεται στα δελτία ειδήσεων των κρατικών καναλιών μέχρι σήμερα.



ΠΗΓΗ:


http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ




Τα πρώτα χρόνια

Η Μαρία Κάλλας γεννήθηκε ως Άννα Μαρία Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου στις 2 Δεκεμβρίου του 1923 στη Νέα Υόρκη. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς οι γονείς της, Ευαγγελία Δημητριάδη (από την Κωνσταντινούπολη) και Γιώργος Καλογερόπουλος (από τo Nεωχόριο Ιθώμηςστό Μελιγαλά Μεσσηνίας), είχαν μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. από την Αθήνα. Εκεί ο πατέρας της ανοίγει φαρμακείο και το 1929 αλλάζει το οικογενειακό επώνυμο από Καλογερόπουλος σε Callas. Τρία χρόνια αργότερα η Μαρία ξεκινά τα πρώτα μαθήματα πιάνου μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή της Υακίνθη. Σε ηλικία 11 ετών έλαβε το πρώτο βραβείο ως "σολίστ" σε διαγωνισμό παιδικών φωνών που είχε διοργανώσει ο ραδιοφωνικός σταθμός της Νέας Υόρκης W.O.R.

Στα 1937 έρχεται το διαζύγιο των γονιών της και η Μαρία ακολουθεί τη μητέρα της στην Αθήνα, όπου ήδη βρισκόταν η αδελφή της. Αρχικά, αν και μικρότερη από το ηλικιακό όριο εισαγωγής, εγγράφηκε στο Εθνικό Ωδείο του Καλομοίρη με καθηγήτρια τη Μαρία Τριβέλλα ενώ ένα χρόνο αργότερα βρέθηκε στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών όπου δίδασκε η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (Elvira de Hidalgo) και η οποία θεωρείται ως η κατ’ εξοχήν δασκάλα της Κάλλας.


Στις 2 Απριλίου 1939 κάνει το σκηνικό της ντεμπούτο ως Σαντούζα σε μία μαθητική παράσταση της "Αγροτικής Ιπποσύνης" (Cavalleria Rusticana) του Πιέτρο Μασκάνι από το Ωδείο Αθηνών. Λίγο πριν το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου έρχεται η πρώτη συνεργασία της με την εταιρεία της Λυρικής Σκηνής Αθηνών και στις 21 Οκτωβρίου του 1940, ερμηνεύει τραγούδια από τον Έμπορο της Βενετίας του Ουίλιαμ Σαίξπηρ στο Βασιλικό Θέατρο. Η συνεργασία της με τη Λυρική Σκηνή θα συνεχιστεί και στις 21 Ιανουαρίου 1941 στην πρώτη της μελοδραματική εμφάνιση θα υποδυθεί τη Βεατρίκη στο έργο "Βοκκάκιος" του Φραντς φον Σουπέ στο κινηματοθέατρο Παλλάς.

Στις 27 Αυγούστου του 1942 στο θερινό θέατρο Παρκ στην Πλατεία Κλαυθμώνος, στην πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση σε όπερα, ερμηνεύει "Τόσκα" του Τζιάκομο Πουτσίνι. Την ίδια χρονιά συμμετείχε σε συναυλία της Λυρικής στη Θεσσαλονίκη. Στις 19 Φεβρουαρίου ερμηνεύει τη Σμαράγδα στον "Πρωτομάστορα" του Μανώλη Καλομοίρη, και εννέα μέρες αργότερα συμμετέχει σε μεγάλη συναυλία για τα συσσίτια της Νέας Σμύρνης στον κινηματογράφο Σπόρτινγκ. Στις 12 Δεκεμβρίου ερμηνεύει άριες του Μπετόβεν και του Ροσίνι σε συναυλία υπέρ των φυματικών.


Η αρχή της μεγάλης πορείας

Λίγο μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα η Κάλλας, εξ αιτίας της υποβάθμισής της στη Λυρική Σκηνή και εν μέσω της πολεμικής των συναδέλφων της που την κατηγορούσαν για συνεργασία με τους κατακτητές, αποφασίζει να επιστρέψει στις Η.Π.Α. Προκειμένου να εξασφαλίσει τα εισιτήριά της δίνει μια αποχαιρετιστήρια παράσταση στην Αθήνα. Το Σεπτέμβριο του 1945 βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και ξεκινά την προσπάθεια για ανεύρεση εργασίας αρχικά στη Μητροπολιτική Όπερα, δεν καταφέρνει όμως να υπογράψει συμβόλαιο.

Εντούτοις η ακρόασή της από τον Έντουαρντ Τζόνσον, διευθυντή της Όπερας, φέρνει την προσφορά δύο ρόλων στα έργα "Φιντέλιο" του Μπετόβεν και "Μανταμ Μπατερφλάι" του Πουτσίνι. Η Κάλλας απορρίπτει τους ρόλους. Δε θέλει να τραγουδήσει το "Φιντέλιο" στα αγγλικά, ενώ αισθάνεται πολύ εύσωμη ώστε να ερμηνεύσει την αιθέρια "Μπάτερφλάι".

Η γνωριμία της με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Αρένας της Βερόνα, Τζοβάννι Τζενατέλλο την οδηγεί στην Ιταλία. Εκεί στις 3 Αυγούστου 1947 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Αρένα της Βερόνα με τη "Τζοκόντα" του Αμιλκάρε Πονκιέλι. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει την Ιζόλδη από το "|Τριστάνος και Ιζόλδη" στη Βενετία υπό την καθοδήγηση του μαέστρου Τούλιο Σεραφίν. Συνάμα έρχεται και η γνωριμία της με τον μουσόφιλο Ιταλό βιομήχανο Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι, με τον οποίο παντρεύονται στις 21 Απριλίου 1949. Ο Μενεγκίνι έχοντας και ρόλο μάνατζερ άσκησε καταλυτική επιρροή στην καριέρα της Κάλλας, υποβάλλοντάς την σε δίαιτα με σκοπό να αποκτήσει καλύτερη εμφάνιση και αποτρέποντάς την από κάθε βιοτική ενασχόληση με την οικονομική κάλυψη, που της παρείχε. Έτσι τον ίδιο χρόνο η Κάλλας κάνει καλλιτεχνικές εμφανίσεις στο Μπουένος Άιρες και το 1950 στο Μεξικό.



Τα στάδια της αποθέωσης

Στις 7 Δεκεμβρίου 1951 η Κάλλας ανοίγει τη σαιζόν στη Σκάλα του Μιλάνου με το "Σικελικό Εσπερινό", εμφάνιση που της προσφέρει μεγάλη αναγνώριση. Κατά τη διάρκεια των επόμενων επτά ετών η Σκάλα θα είναι η σκηνή των μέγιστων θριάμβων της σε ένα ευρύ φάσμα ρόλων. Το 1955 ανεβάζει την ιστορική παράσταση της "Τραβιάτας" του Βέρντι σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι.

Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ως "Νόρμα" στο ομώνυμο έργο του Μπελλίνι. Στις 5 Αυγούστου 1957 επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Δύο μήνες πριν είχε γνωρίσει τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση σε δεξίωση της κοσμικογράφου Έλσα Μαξγουελ. Η γνωριμία τους θα εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συζητημένες σχέσεις στην ιστορία.

Το 1960 τραγουδά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου "Νόρμα" και το επόμενο έτος "Μήδεια" σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Το 1962 επανέρχεται στη Σκάλα του Μιλάνου και αποθεώνεται σαν Μήδεια σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη. Τον Ιανουάριο του 1964 πείθεται από το Φράνκο Τζεφιρέλι να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή της "Τόσκα" στη σκηνή του Covent Garden. Η παράσταση εκθειάζεται από τους κριτικούς ενώ ακολουθεί την ίδια χρονιά νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος στην Όπερα των Παρισίων με τη "Νόρμα". Παρά τα φωνητικά προβλήματα που έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει το παρισινό κοινό την αποδέχεται θερμά.

Στις 5 Ιουλίου 1965 εμφανίζεται για τελευταία φορά σε παράσταση όπερας στο Covent Garden με την "Τόσκα" σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι. Στα 1966 απεκδύεται την αμερικανική υπηκοότητα και λαμβάνει την ελληνική. Με αυτή της την ενέργεια λύεται και τυπικά ο γάμος της με το Μενεγκίνι. Πλέον ελπίζει ότι ο Αριστοτέλης Ωνάσης θα της ζητήσει να παντρευτούν κάτι που τελικά δε γίνεται μια και στις 8 Ιουλίου 1968 ο Έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται τη χήρα του Αμερικανού Προέδρου Κέννεντυ, Τζάκυ. Αυτή του η πράξη βυθίζει σε κατάθλιψη την κορυφαία υψίφωνο.


Τελευταίες σκηνές πριν το τέλος

Το 1969 γυρίζει σε ταινία τη "Μήδεια" του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Πιερ Πάολο Παζολίνι. Η ταινία δεν έχει τύχη στις κινηματογραφικές αίθουσες. Στις 25 Μαΐου 1970 μεταφέρεται στο νοσοκομείο και γίνεται γνωστό ότι επεχείρησε να αυτοκτονήσει λαμβάνοντας μεγάλη δόση βαρβιτουρικών.

Το 1973 σκηνοθετεί στο Τορίνο μαζί με τον Τζουζέπε ντι Στέφανο τον "Σικελικό Εσπερινό" και την ίδια χρονιά ξεκινά μαζί του μια παγκόσμια καλλιτεχνική περιοδεία. Στις 8 Δεκεμβρίου η Κάλλας τραγούδησε στην Όπερα των Παρισίων, όπου το κοινό την κάλεσε στη σκηνή 10 φορές καταχειροκροτώντας την. Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη Σάπορο της Ιαπωνίας στις 11 Δεκεμβρίου του 1974.

Η Μαρία Κάλλας πέρασε στην αιωνιότητα στις 16 Σεπτεμβρίου 1977 στο Παρίσι. Η κηδεία της έγινε στις 20 Σεπτεμβρίου και, αφού το σώμα της αποτεφρώθηκε όπως επιθυμούσε, την άνοιξη του 1979 η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο.



Το μεγάλο μυστικό

Στο κινηματογραφικό ντοκυμαντέρ "Απόλυτη Κάλλας" του Γάλου σκηνοθέτη Φιλίπ Κολί, βασισμένο σε ιστορικά αρχεία, αποκαλύπτεται μια μυστική πτυχή της ζωής της μεγάλης "ντίβας".

Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται ότι η Μαρία Κάλλας στις 30 Μαρτίου του 1960 γέννησε ένα άρρεν βρέφος πλην όμως νεκρό που φέρεται ως καρπός του έρωτά της με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Ο Φιλίπ ισχυρίζεται ότι επαλήθευσε το ατυχές αυτό γεγονος με πιστοποιητικό γέννησης, στο οποίο αναφέρεται μεν το όνομα Όμηρος, αλλά με επίθετο "μη αναγνώσιμο". Επίσης ισχυρίζεται ότι κατέχει φωτογραφίες από το νεκροταφείο Μπρέσο του Μιλάνου όπου κατά τους ισχυρισμούς του θάφτηκε το νεογέννητο υπό "άκρα μυστικότητα".


ΠΗΓΗ:


http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1_%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%82

ΕΝΤΙΘ ΠΙΑΦ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ




Βιογραφία


Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1915, κάτω από μια λάμπα γκαζιού, ο πατέρας της, Louis-Alphonse Gassion, ήταν ακροβάτης του δρόμου και η μητέρα της, Anita Maillard ήταν λυρική τραγουδίστρια, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa. Λίγες βδομάδες μετά την γέννησή της την εγκατέλειψε και η μικρή Εντίθ περνάει τα πρώτα της χρόνια πρώτα κοντά στη μητέρα της μάνας της. Το 1917, ο πατέρας της που εργαζόταν ως ακροβάτης στο τσίρκο Ciotti, την πήγε στη δική του μητέρα, η οποία ζούσε στο Bernay (Νορμανδία) και ήταν ιδιοκτήτρια ενός οίκου ανοχής. Το 1919 η Edith αρρωσταίνει από κάποια πάθηση στον εγκέφαλο και τυφλώνεται. Μετά από δύο χρόνια όμως θεραπεύεται χωρίς την βοήθεια γιατρού και η όρασή της επανέρχεται. Ήταν εφτά χρονών όταν ο πατέρας της άρχισε να την παίρνει μαζί του στις περιοδείες που έκανε με το τσίρκο και γυρνά μαζί του όλη τη Γαλλία. Στα δέκα της η Edith άρχισε να τραγουδάει στους δρόμους. Αν και ο πατέρας της ήθελε να την κάνει ακροβάτη, γρήγορα κατάλαβε και πως η κόρη του είχε όλο το ταλέντο στο λαιμό και καθόλου στο κορμί – όπως έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά.

Η καριέρα

Στα 15 έχοντας ανακαλύψει τη θαυμάσια φωνή της, εγκατέλειψε τον πατέρα της για να ζήσει στο Παρίσι, τραγουδώντας στους δρόμους. Στα 17, συναντά τον Louis Dupont, ζουν μαζί και σε ένα χρόνο, στις 11/2/1933, κάνουν ένα κοριτσάκι τη Μαρσέλ, που δυστυχώς πεθαίνει από μηνιγγίτιδα, δύο χρόνια αργότερα. Εκείνη συνεχίζει να τραγουδά στους δρόμους της Pigalle, όπου και γνωρίζει τον Louis Leplée, διευθυντή του πιο κομψού παρισινού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Μαγεμένος από τη φωνή της υπογράφει συμβόλαιο μαζί της και τη βαφτίζει το «Môme Piaf» (μικρό σπουργίτι). Το 1935 της βγάζει και το πρώτο της δίσκο. Λίγο αργότερα όμως ο μέντοράς της Leplée δολοφονείται, και η ίδια κατηγορείται πως γνωρίζει τον φονιά αλλά δεν τον καταδίδει. Αν και αθωώθηκε με τη βοήθεια ενός νέου συντρόφου, του τραγουδοποιού Raymond Asso, που είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της, φεύγει για να ζήσει στην επαρχία αλλά επιστρέφει στο Παρίσι το 1937.

Κατά την διάρκεια του 2ου Παγκόσμιου πολέμου και την Γερμανική κατοχή, δίνει κονσέρτα για αιχμάλωτους πολέμου. Εισάγει πλαστές άδειες εργασίας στα κέντρα κράτησης αιχμαλώτων και βοηθάει πολλούς Γάλλους φαντάρους να δραπετεύσουν. Γύρω στα 23 της είναι μια μεγάλη βεντέτα και γυρνάει την πρώτη της ταινία που θριαμβεύει. Από τότε συνεχίζει μια πετυχημένη καριέρα και κάνει μια έντονη ζωή, δίπλα σε αρκετούς συντρόφους. Στα 30 της, ερωτεύεται τον Yves Montand και αναλαμβάνει να στήσει την καριέρα του. Στα τέλη του 45, γράφει μόνη της την τεράστια επιτυχία της «La Vie En Rose», που στην αρχή περνά αδιάφορη. Καθ’ όλη την καριέρα της γράφει περίπου 80 τραγούδια.

Το αλκοόλ

Γνωρίζει μεγάλες δόξες και στη Νέα Υόρκη, όπου ερωτεύεται τον βασιλιά του μποξ, Marcel Cerdan και ζουν ένα από τα πιο φημισμένα ρομάντζα της εποχής. Ο ξαφνικός θάνατος του Cerdan σε αεροπορικό δυστύχημα, το 1949, βυθίζει την Piaf σε κατάθλιψη, που ποτέ δεν ξεπερνά πραγματικά. Το 1951, έχει 2 σοβαρά τροχαία, μετά το δεύτερο οι γιατροί της δίνουν για καιρό μορφίνη την οποία συνηθίζει και την ανακατεύει μαζί με αλκοόλ αχρηστεύοντας την ήδη κακή της υγεία.

Το 1952, παντρεμένη με τον τραγουδιστή Jacques Pills, στην πεντηκοστή τουρνέ της στην Αμερική, σε κάποια ρεσιτάλ της συνοδεύεται στο πιάνο από τον νεαρό τότε Gilbert Bécaud. Εκείνη την εποχή ακολουθεί πολλές θεραπείες αποτοξίνωσης, μα οι ουσίες την έχουν ρημάξει. Παρ’ αυτά κάνει εξαιρετικές ηχογραφήσεις.

Τα επόμενα 2 χρόνια μένει κλεισμένη σπίτι της σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Μα το 1955, μόλις μαθαίνει πως θα τραγουδήσει στο Olympia, με τρόπο αξιοθαύμαστο και με αφάνταστη ενέργεια, δίνει μια αψεγάδιαστη παράσταση. Χωρίζουν με τον Pills το 1956. Με μεγάλη φόρα κάνει άλλη μια τουρνέ στην Αμερική και είναι πια μια διεθνής σταρ. Το 1958 ζει μια ακόμα τρελή σχέση δίπλα στο νεώτερο τραγουδιστή και συνθέτη Georges Moustaki, ο οποίος το 1959 συνθέτει γι΄αυτή το τραγούδι Milord που κυκλοφόρησε το 1960 και λίγο αργότερα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Άλλο ένα σοβαρό τροχαίο αποδυναμώνει περισσότερο την Piaf. Μετά από λίγους μήνες καταρρέει κατά τη διάρκεια κονσέρτου της σε κατάμεστη αίθουσα της Νέας Υόρκης.

Η ασθένεια

Σ΄ένα κονσέρτο στη Στοκχόλμη, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, καταρρέει επάνω στην πίστα και η διάγνωση των γιατρών είναι ανίατος καρκίνος. Αυτό όμως δεν πτοεί την Edith η οποία συνεχίζει να εμφανίζεται κάνοντας περιοδείες όπως και πριν, συνοδευμένη όμως από μια νοσοκόμα για να της χορηγεί μορφίνη για τους πόνους.

Το 1960, τραγουδά με επιτυχία το «Non Je Ne Regrette Rien» του Charles Dumont και συνεχίζει να θριαμβεύει τραγουδώντας, παρότι συχνά τρικλίζει και παραπατά στη σκηνή. Το καλοκαίρι του 1961, γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερό της, τελευταίο της έρωτα, Θεοφάνη Λαμπουκά, που τον βαπτίζει Τεό Σαγαπό και τον παντρεύεται τον Οκτώβριο του 1962 (στα 47 της εκείνη και 25 εκείνος). Εκείνο το καλοκαίρι παίρνει επίσης το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Charles Cros, για το σύνολο της καριέρας της.

Ο θάνατος

Η Edith Piaf σβήνει την ίδια μέρα με τον καλό της φίλο Jean Cocteau, στις 11 Οκτωβρίου του 1963, μόλις στα 48 της χρόνια στο Plascassier, κοντά στο Grasse απο κίρρωση. Ο Théo Sarapo μεταφέρει την ίδια μέρα του θανάτου της την σωρό της στη «δική της πόλη», το Παρίσι. Θάβεται σε 3 μέρες στο παρισινό κοιμητήριο Père Lachaise.

Η αξέχαστη σταρ έφυγε φτωχή αφήνοντας στον τελευταίο σύζυγό της πολλά χρέη και μια τεράστια ιστορία. Μαζί με την καριέρα της ως τραγουδίστρια (έγραψε πάνω από 200 τραγούδια σε δίσκους) βοηθούσε και στην προώθηση νεαρών ταλέντων στη μουσική σκηνή της εποχής εκείνης. Είχε μεταξύ άλλων μεγάλη συμμετοχή στην προώθηση των καλλιτεχνών Charles Aznavour, Gilbert Bécaud, Eddie Constantine, Yves Montand, Georges Moustaki, Jacques Pills και Francis Lai.

Πολλοί καλλιτέχνες, επανεκτελούν τραγούδια της και επισκέπτονται το γλυπτό που στήθηκε προς τιμή της στο Παρίσι, πάνω στην πλατεία που φέρει το όνομά της, λίγα μέτρα από το νοσοκομείο Tenon, που γεννήθηκε. Στο Παρίσι υπάρχει επίσης ένα μουσείο με το όνομα Edith Piaf (Musée Edith Piaf, Rue Crespin du Gast), στο οποίο μπορεί κανείς να δει διάφορα προσωπικά αντικείμενα της καλλιτέχνιδας, όπως ένα από τα φορέματά της και την συλλογή πορσελάνης της.

Το 2006 ο Olivier Dahan γυρίζει τη ζωή της Γαλλίδας τραγουδίστριας Edith Piaf σε ταινία με τίτλο La Môme (το νεαρό κορίτσι). Στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Ζωή σαν Τριαντάφυλλο». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της ταινίας, που εμφανίστηκε και στο Φεστιβάλ κινηματογράφου στο Βερολίνο, που διοργανώθηκε από 8/2 – 18/2/2007, παίζει η Γαλλίδα ηθοποιός Marion Cotillard, ρόλο για τον οποίο κέρδισε το 2008 το Oscar Α' Γυναικείου Ρόλου.

Η ζωή της Edith Piaf αποτέλεσε όμως περιεχόμενο και σε ταινίες που γύρισε ο σκηνοθέτης Claude Lelouch, με τίτλο Η Edith και ο Marcel το 1983 και με την Evelyne Bouix σε πρωταγωνιστικό ρόλο, και στην ταινία με τίτλο Guy Casaril, στην οποία βλέπουμε την Brigitte Ariel ως πρωταγωνίστρια.


ΠΗΓΗ:


http://el.wikipedia.org/wiki/Εντίθ_Πιάφ

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

ΣΕΖΑΡΙΑ ΕΒΟΡΑ



Η Σεζάρια Εβόρα γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου 1941 στην πόλη-λιμάνι Μιντέλο του νησιού του Αγίου Βιθέντε. Στο Πράσινο Ακρωτήρι, φυσικά. Είναι μια από τις πιο διάσημες φολκ τραγουδίστριες στον κόσμο, γνωστή σαν «Η ξυπόλητη ντίβα», λόγω της επιμονής της να εμφανίζεται ξυπόλητη στη σκηνή, δηλώνοντας έτσι τη συμπαράστασή της σε όλα τα άστεγα παιδιά και τις φτωχές γυναίκες της χώρας της.

Είναι γνωστή επίσης και σαν η βασίλισσα της μόρνα, ενός συγγενικού στη σόουλ μουσικού είδους (με καταγωγή από τα πορτογαλικά Φάντο), που τραγουδιέται στα κρεολο-πορτουγέζικα. Η Εβόρα αναμιγνύει τις συναισθηματικές φολκ μελωδίες της, που ξεχειλίζουν από θλίψη, με τους ακουστικούς ήχους της κιθάρας, του καβακίνιο (τετράχορδο που μοιάζει με γιουκελέλε), του βιολιού, του ακορντεόν και του Κλαρινέτου.

Τα χαρακτηριστικά Πρασινο-Ακρωτηριακά μπλουζ της Εβόρα συχνά μιλούν για τη μακρά και επίπονα μοναχική ιστορία του τόπου, για το δουλεμπόριο, αλλά και για τη μετανάστευση, αφού από το ένα εκατομμύριο υπηκόους της χώρας τα δύο τρίτα βρίσκονται στο εξωτερικό.

Η φωνή της Σεζάρια, ένα καλοκουρδισμένο, μελαγχολικό όργανο με μια πινελιά βραχνάδας, χρωματίζει το συναισθηματικό της κόσμο με λέξεις και με φράσεις. Ακόμη και οι ακροατές που δεν καταλαβαίνουν τίποτα από τη γλώσσα της, καθηλώνονται από τα συναισθήματα που μοιάζουν να ξεχειλίζουν από μέσα της σε κάθε εμφάνιση.


ΠΗΓΗ:


http://afriki.blogspot.com/2006/08/blog-post_115640952127560559.html